και να περιμένω να βρεθώ.
Να με βρουν.
Να με κάνουν να νιώσω
ποθητή, επιθυμητή και αγαπημένη.
Να παίζω ρόλους, πολλούς από δαύτους,
δίχως σενάριο και σκηνοθέτη, ν' αυτοσχεδιάζω
μόνη μου τη δική μου τραγωδία,
μέσα σε μια τραγικότητα δίχως προηγούμενο.
Και να γνωρίζω τη δική μου ταυτότητα
- να ξέρω και όμως να στέκομαι εκεί στάσιμη -
στο μέσον της σκηνής της ζωής μου,
περιμένοντας να βρεθώ.
Να με βρει κάποιος, να νοιαστεί.
Και όλα να είναι ψέματα. Να ξέρω επειδή
κάποιος το σφύριξε στα παρασκήνια
ότι σωτήρες δεν υπάρχουν.
Να πρέπει να κατέβω από τη σκηνή του μυαλού μου
, να πετάξω τη μάσκα χωρίς να πέσει η αυλαία, καθώς
οι θεατές θα βλέπουν το είδωλο να αποκαθηλώνεται.
Να τρέχω ανάμεσα στα βαθυκόκκινα καθίσματα,
και κάθε βήμα να είναι ένας πόνος,
ο πόνος της ελευθερίας.
Μια γέννα για τη δεύτερη γέννησή μου.
Τη συνειδητή.
Και να ανοίξω τις βαριές πόρτες
και να βγω έξω διεκδικώντας
μερτικό απ' τη ζωή.
Ξέροντας ότι είμαι ποθητή,
επιθυμητή και αγαπημένη.
Ότι οι τίτλοι δεν μου χαρίστηκαν
Το φως, δεν μου χαρίστηκε.
Πάλεψα γι' αυτό μες το σκοτάδι
Σαν σε όνειρο φάνταζε τότε.
Και εν τέλει να γειτνιάσει
η πραγματικότητα με τον πόθο
- σαν να δεις θα φαίνεται -
Μόνη να ξέρω την αξία
του έναστρου υλικού που κυλά στις
φλέβες μου.
Το βάθος της κάθε ανάσας μου.
Το ηλεκτρικό φορτίο της κάθε μου σκέψης.
Και η αναγνώριση να κυλά στις φλέβες μου
και ο κάλπικος κόσμος γύρω μου να μαυρίσει,
σαν ταινία από τα περασμένα.